Περίληψη
Μια ερωτική ιστορία με φόντο την ταραγμένη περίοδο του καλοκαιριού του 1974 στην Κύπρο, όπου ένας κόσμος αθωότητας θα δοκιμαστεί και η σκιά της προδοσίας θα δώσει το ανεξίτηλο στίγμα της.
Ένα ερωτικό τρίγωνο όπου δυο αδέρφια ερωτεύονται την ίδια γυναίκα, μια θεατρική παράσταση που απλώνεται προφητικά πάνω από την παραθαλάσσια πόλη, ένας παθιασμένος εθνικιστής που οδηγείται στα άκρα, μια κοινότητα που ζει τις προσωπικές ιστορίες, τα όνειρα, τα πάθη στην έντονη πολιτική αναταραχή εκείνου του σημαδιακού καλοκαιριού.
Σημείωμα Σκηνοθέτιδας-Σεναριογράφου
«Ο Τελευταίος Γυρισμός» παρακολουθεί μια μικρή κοινότητα τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προτού οι ζωές των ανθρώπων της αλλάξουν από τον πόλεμο. Μεταφερόμαστε σε ένα όμορφο νησί της Μεσογείου στην αρχή ενός υπέροχου καλοκαιριού, όπου τα χρώματα και οι ήχοι της φύσης είναι σε απόλυτη αρμονία με ένα κόσμο αθωότητας και ξεγνοιασιάς. Η ατμόσφαιρα αυτή σκιάζεται μόνο από κάποιες μακρινές υποψίες πολιτικών διαταραχών κι ένα απροσδιόριστο αίσθημα φόβου πλανάται στον αέρα.
Πλάνα που διέπονται από τη λαμπρότητα του φωτός, την απλότητα και επιβλητικότητα των τοπίων και την δυναμική επίδραση της θάλασσας, μιας θάλασσας που είναι την ίδια στιγμή φιλόξενη και προστατευτική μα επίσης μυστηριώδης και ανήσυχη. Η θάλασσα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για την κινηματογραφική γλώσσα της ταινίας μια και εμπεριέχει ένα αριθμό συμβολισμών. Για τους ήρωες είναι η θάλασσα που τους ανήκει και που δίδει στις ζωές τους ένα αίσθημα συνέπειας και σταθερότητας, αφού οι περισσότεροι έχουν γεννηθεί και ζήσει δίπλα της.
Η θάλασσα είναι επίσης σκοτεινή και απρόβλεπτη και κυρίως για την Αλεξάνδρα αντιπροσωπεύει τη λαχτάρα και την ανάγκη προς αναζήτηση του αγνώστου. Την βραδιά που ο Στέφανος επιστρέφει στην ταβέρνα, η Αλεξάνδρα τραγουδά για τη θάλασσα. Εκείνη τη στιγμή ο Στέφανος συνειδητοποιεί ότι αυτή η γυναίκα, η οποία νωρίτερα του παρέδωσε το γράμμα από την Αθήνα, είναι η αρραβωνιαστικιά του αδερφού του. Ο Στέφανος διαισθάνεται πως εκείνη ίσως να έχει την ατίθαση φύση των άγριων κυμάτων που χάνονται στη λευκή άμμο. Δεν είναι τυχαίο που κάθε πρωί η Αλεξάνδρα ζωγραφίζει τη θάλασσα, προσπαθώντας να συλλάβει και να ανακαλύψει την ένταση και το πάθος που λείπουν από τη ζωή της.
Τέλος, η θάλασσα παρουσιάζεται και ως απειλητική και φοβερή, αφού στον επίλογο του έργου φέρνει τα Τουρκικά πλοία που σηματοδότησαν την εισβολή. Με αυτή την έννοια, το νησί είναι ένας από τους ήρωες της ιστορίας. Το νησί και οι άνθρωποι του, με τις μικρές προσωπικές τους ιστορίες, τα πάθη, τα όνειρα, τους έρωτες, τις φιλοδοξίες τους. Όλ’ αυτά βρίσκουν ένα απότομο, σκληρό τέλος με το ξέσπασμα του πολέμου. Το μισό νησί χάνεται. Η πολιτική κατάσταση αφήνει το σκοτεινό απόηχο της στις ζωές των ηρώων, σκιάζοντας τις χαρούμενες δραστηριότητες τους με την μακρινή υποψία του κινδύνου.
Ένα άλλο στοιχείο για την κινηματογραφική γραφή της ταινίας αποτελούν οι προετοιμασίες και η παράσταση των «Τρωάδων» του Ευριπίδη, που υπηρετούν και ως προμήνυμα του τι πρόκειται να συμβεί στο νησί. Η συγκεκριμένη τραγωδία είναι ένας συνεχόμενος θρήνος των γυναικών της Τροίας, οι οποίες ξεριζώνονται από τη χώρα τους και μεταφέρονται , σκλάβες και πρόσφυγες πια, μακριά της: πρόκειται για την ιδέα της τέχνης που μιμείται τη ζωή και αντίστροφα. Τα εντυπωσιακά κοστούμια και οι μάσκες της αρχαίας δραματουργίας καθώς και οι χορογραφίες των χορικών προσφέρουν επιβλητικές εικόνες και χρώματα, δίδοντας το ρυθμό που καθορίζει την όλη δράση και πλοκή της ταινίας. Οι γρήγορες εναλλαγές μεταξύ των σκηνών από την παράσταση και της δράσης, τη νύχτα της πρεμιέρας εξελίσσονται σε μια δυναμική κορύφωση που σημαίνει το τέλος της δεύτερης πράξης. Ο επίλογος αρχίζει ως η αντίστροφη μέτρηση προς την Τουρκική εισβολή.
Η κινηματογραφική μηχανή του Στέφανου χρησιμεύει ως δραματικό και οπτικό μέσο για να υποδηλωθεί η έντονη έλξη και σύνδεση μεταξύ του και της Αλεξάνδρας. Ο κινηματογραφικός φακός υιοθετείται σαν το μυστικό τους παιγνίδι και καθορίζει την κοινή ματιά που μοιράζονται ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την πραγματικότητα. Αυτή προσπαθεί να δει και να κατανοήσει τον κόσμο μέσα από την τέχνη της και εκείνος μέσα από την κάμερα του. Βλέποντας τα πλάνα μέσα από το φακό των 8μμ ο θεατής τοποθετείται στη θέση του μακρινού παρατηρητή αφού μ’ αυτό τον τρόπο κοιτά την κοινότητα σαν κάτι που ανήκει ήδη στην αθωότητα του παρελθόντος.Η ταινία διέπεται από τα χρώματα του κυπριακού καλοκαιριού- τα πλάνα κινούνται τονίζοντας τον αισθησιασμό, το πάθος και τη ζωντάνια των χαρακτήρων. Τα άγρια φυσικά τοπία δίδουν μια ατμόσφαιρα επιβλητικότητας και μυστηρίου, προκαλώντας στο θεατή το γλυκόπικρο αίσθημα νοσταλγίας για ένα κόσμο που έχει χαθεί.

